εγώ (ε)σύ αυτός/-ή/-ό εμείς (ημείς) (ε)σείς αυτοί/-ες (-αί)/-ά |
είχα, είχον είχες είχε είχαμε, είχομεν είχατε είχαν, είχον |
έχω έχεις έχει έχομε έχετε έχουν |
νά έχω νά έχης νά έχη νά έχωμε, νά έχουμε νά έχετε νά έχουν |
θά έχω θά έχης θά έχη θά έχωμε, θά έχουμε θά έχετε θά έχουν |
νά έχης, έχε νά έχετε, έχετε |