ειμαι, εχω

είμαι (to be)

back to index
παρατατικός ενεστώς υποτακτική εξακολουθητικός μέλλων προστακτική
εγώ
(ε)σύ
αυτός/-ή/-ό
εμείς (ημείς)
(ε)σείς
αυτοί/-ες (-αί)/-ά
ήμουν(α)
ήμην
ήσουν(α)
ήσο
ήταν(ε)
ήτο
ήμασ-(τε/θε/ταν), ήμεθα
ήσασ-(τε/θε/ταν)
ήσθε
ήταν(ε)
ήσαν(ε)
είμαι
είσαι
είναι
είμαστε
είμεθα
είστε
είσθε
είναι
νά είμαι
νά είσαι
νά είναι
νά είμαστε, νά είμεθα
νά είστε, νά είσθε
νά είναι
θά είμαι
θά είσαι
θά είναι
θά είμαστε, θά είμεθα
θά είστε, θά είσθε
θά είναι
 
νά είσαι
 
 
νά είσθε
 

έχω (to have)

back to index
παρατατικός ενεστώς υποτακτική εξακολουθητικός μέλλων προστακτική
εγώ
(ε)σύ
αυτός/-ή/-ό
εμείς (ημείς)
(ε)σείς
αυτοί/-ες (-αί)/-ά
είχα, είχον
είχες
είχε
είχαμε, είχομεν
είχατε
είχαν, είχον
έχω
έχεις
έχει
έχομε
έχετε
έχουν
νά έχω
νά έχης
νά έχη
νά έχωμε, νά έχουμε
νά έχετε
νά έχουν
θά έχω
θά έχης
θά έχη
θά έχωμε, θά έχουμε
θά έχετε
θά έχουν
 
νά έχης, έχε
 
 
νά έχετε, έχετε